ΠΑΝΟΣ ΣΑΚΕΛΗΣ

Μια φορά κι έναν καιρό… Έτσι αρχίζουν τα παραμύθια!

Χαρισμένο σ’ όλους όσους πίστεψαν ότι τα όνειρα δεν προδίνονται. Μια φορά κι έναν καιρό…

Το φέριμποτ βιαζόταν να φύγει. Το δελτίο καιρού έδινε στο Ανατολικό Αιγαίο καιρικές συνθήκες πολύ άσχημες με θυελλώδεις ανέμους πολλών μποφόρ και ο καπετάνιος του ήξερε πως τα πράγματα θα αγρίευαν καθώς θα έπεφτε η νύχτα. Έπρεπε να φύγει από την Ικαρία το συντομότερο. Αν ο καιρός δυνάμωνε λίγο ακόμα δεν θα μπορούσε να δέσει στο Καρλόβασι, στην Σάμο αλλά ούτε και να μείνει εδώ, στον Άγιο Κύρικο.

«Τί στο διάολο κάνουμε τόση ώρα;» έβαλε τις φωνές από τον τηλεβόα που κρατούσε, λες και ήταν δυνατό να τον ακούσει ο Ύπαρχος στην πλώρη που πάλευε με τους κάβους ώστε να κρατήσει το σκάφος σταθερό για να βγει η κλούβα με τους εξόριστους.

Ο Εσατζής είχε βγει και πέρασε με τα πόδια στην στεριά μη θέλοντας να ριψοκινδυνέψει να βγει με το αυτοκίνητο και μουσκεύοντας ελαφρά από την θάλασσα.

«Γιατί δεν τους βγάζεις και τους άλλους;» του έβαλε τις φωνές ο Ύπαρχος.

«Ξέχασέ το, θα βγουν στο φρουραρχείο και θα φοράνε και χειροπέδες. Μετά ο διοικητής ας κάνει ότι θέλει».

Ο Ύπαρχος άρχισε να βρίζει και να κατεβάζει ότι καντήλια ήξερε. Το αυτοκίνητο, η κλούβα με τους τρεις κρατούμενους, κατάφερε τελικά να βγει αφού παρ’ ολίγο να βρεθεί στην θάλασσα.

«Σε πόση ώρα φεύγεις;» ρώτησε τον Ύπαρχο ο οδηγός.

«Τράβα άφησέ τους και άσε τις μαλακίες γιατί αν έστω και λίγο γυρίσει ο καιρός, έφυγα και να πάτε όλοι να γαμηθείτε!»

Ο οδηγός έκανε νόημα στον φρουρό να βιαστεί και έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

 

«Να με περιμένεις», του είπε ο φρουρός και άνοιξε την πόρτα για να κατέβουν οι κρατούμενοι μόλις έφτασαν σε δυο λεπτά.

«Ούτε με σφαίρες. Παράδωσέ τους και έλα μ’ ένα τσιπ στο λιμάνι. Εσύ μπορείς να μπεις ακόμα κι αν ο καιρός γυρίσει, η κλούβα όμως αποκλείεται!»

Ο φρουρός συνοδεύοντας τους κρατούμενους μπήκε στο φρουραρχείο. Αυτοί στάθηκαν μόλις μπήκαν στην είσοδο κρατώντας ο καθένας από μια μικρή τσάντα με τα πράγματά του, την ίδια ώρα που τα χέρια τους δεν μπορούσαν να τα κουνήσουν δεμένα όπως ήταν με τις χειροπέδες. Ο φρουρός έδωσε έναν φάκελο που κρατούσε στον λοχία που βγήκε από ένα γραφείο για να τους παραλάβει και του είπε με φωνή που δεν σήκωνε αντίρρηση:

«Σειρά, στους αφήνω και φεύγω να προλάβω τον μαλάκα. Έχει λέει καιρό και θέλει να φύγει αμέσως».

Δεν περίμενε ούτε απάντηση να πάρει. Έφυγε τρέχοντας. Ο λοχίας άνοιξε τον φάκελο και έβγαλε τα χαρτιά που ήταν μέσα. Άρχισε να διαβάζει:

«Ιωάννης Ξενάκης».

«Παρόν», είπε ο ένας από τους τρεις , ένας ηλικιωμένος με αυλακωμένο πρόσωπο και τραχιά χέρια.

«Παναγιώτης Σκουρλής».

«Παρόν», είπε ο δεύτερος άντρας που ήταν γύρω στα πενήντα. Φαινόταν πιο ήρεμος απ’ όλους και απέπνεε τον αέρα εκείνου που αυτές τις διαδικασίες τις ήξερε καλά. Ήταν παλιό στέλεχος του ΚΚΕ κι αυτά δεν τον φόβιζαν.

«Νικόλαος… τι στο διάολο όνομα είναι αυτό; Καραθεοδωρής;»

«Μάλιστα, παρόν», είπε ο τρίτος, ένας νέος άντρας, αδύνατος και φοβισμένος. Έδειχνε σαν να ήταν φοιτητής. Κουβαλούσε και την πιο βαριά βαλίτσα.

«Λοιπόν, ο κύριος διοικητής έφυγε για σήμερα και δεν σκοπεύει να ξανάρθει οπότε θα την βγάλετε στο κρατητήριο».

« Με τις χειροπέδες τί θα γίνει;» ρώτησε ο Σκουρλής.

«Περίμενε, θα στις βγάλω», του είπε ο λοχίας και έβγαλε ένα κλειδί από την τσέπη του και άνοιξε τις χειροπέδες αφήνοντας τον Σκουρλή επίτηδες τελευταίο. «Αν θέλετε τίποτα από το κυλικείο, ίσα που προλαβαίνετε. Στο βάθος. Σε πέντε σας κλειδώνω. Αμολάτε!»

Οι τρεις άντρες άφησαν τις τσάντες τους και προχώρησαν προς τα εκεί που τους έδειχνε. Ήταν ένα μικρό δωμάτιο μ’ έναν πάγκο πίσω από τον οποίο ένας φαντάρος παρίστανε τον μπουφετζή.

Ο Σκουρλής τον πλησίασε και τον ρώτησε αν έχει τίποτα φαγώσιμο. Εκείνος του έδειξε τα πατατάκια και κάτι μηλόπιτες σε σελοφάν. Αγόρασε και απ’ τα δύο. Ο Γιάννης ζήτησε τσιγάρα. Ο Νίκος τον ρώτησε αν έχει μικρές μπαταρίες.

«Τί λες ρε φίλε; Τίποτα άλλο;»

Ο Νίκος συνοφρυώθηκε και έδειξε πολύ στεναχωρημένος. Ο μπουφετζής τότε γύρισε και του είπε:

«Δώσε μου τα λεφτά να πάρω από το περίπτερο και θα στα φέρω το βράδυ. Είσαι εντάξει;»

«Σ’ ευχαριστώ φίλε, θα είμαστε στο κρατητήριο».

Οι τρεις άντρες γύρισαν πάλι και στάθηκαν έξω από το γραφείο του, λοχία.

«Φώντα, κλείδωσέ τους», έβαλε μια φωνή ο λοχίας.

«Κύριε λοχία», είπε ο Παναγιώτης. «Είμαστε πολιτικοί εξόριστοι, δεν είμαστε κρατούμενοι. Γιατί δεν μας αφήνεις να φύγουμε; Η απόφαση είναι να μείνουμε στην Ικαρία, όχι στο κρατητήριό».

«Λοιπόν κύριε έξυπνε, αν δεν υπογράψει ο διοικητής ότι σας παρέλαβε, δεν είσαστε στην Ικαρία. Γκέκε; Φώντα, πού είσαι ρε μαλάκα;»

Ένας φαντάρος φάνηκε να έρχεται τρέχοντας.

«Από εδώ», είπε στους τρεις άντρες και ξεκίνησε πρώτος.

«Μπορούμε να πάρουμε τις τσάντες μας;» ρώτησε ο Σκουρλής.

«Αφού είσαστε εξόριστοι και όχι κρατούμενοι», είπε κοροϊδευτικά ο λοχίας, «μπορείτε!»

Σε λίγο καθόντουσαν σε κάτι ξύλινα κρεβάτια που είχαν επάνω τους ριγμένα βρώμικα στρώματα. Κανένας τους δεν μιλούσε. Ο Γιάννης άναψε τσιγάρο κι άρχισε τα παιχνίδια με τα δαχτυλίδια του καπνού. Ο Παναγιώτης έβγαλε ένα βιβλίο κι άρχισε να το διαβάζει. Ο Νίκος με την σειρά του έβγαλε από την τσάντα του ένα τρανζιστοράκι και προσπάθησε να το ανοίξει. Δεν ακουγόταν τίποτα.

«Τί έπαθε ρε Νίκο το εργαλείο σου;» τον ρώτησε ο Γιάννης.

«Θέλει μπαταρίες. Στο καράβι ο Εσατζής δεν με άφησε ούτε για κατούρημα να πάω».

«Χαλάρωσε, ο μπουφετζής είπε πως θα σου φέρει».

«Θα τον αφήσουν;» ρώτησε αυτός με αγωνία.

«Κανένας δεν ασχολείται!» είπε ο Σκουρλής και συνέχισε να διαβάζει.

 

Ήταν κοντά δύο το πρωί όταν έξω από την πόρτα του κρατητηρίου σταμάτησε ο φαντάρος, άνοιξε το παραθυράκι και έριξε μέσα το πακέτο με τις μπαταρίες.

«Φίλε άργησα, αλλά η Σούλα είχε κόσμο και μέχρι να ‘ρθει η σειρά μου ξημέρωσε».

Ο Νίκος τον ευχαρίστησε, πήρε τις μπαταρίες και πήγε στην άκρη, κάτω από ένα παράθυρο που πίστευε πως το τρανζίστορ του θα έπιανε καλύτερα και έβαλε τις φρέσκιες μπαταρίες. Το άνοιξε κι άρχισε να ψάχνει για σταθμούς. Τίποτα δεν ακουγόταν. Κι εκεί στην άκρη των ερτζιανών κάτι σαν γρατζούνισμα ακούστηκε.

«Σς», είπε και στήλωσε το αυτί του.

Στο ραδιόφωνο, μέσα από παράσιτα, ακούστηκε μια γυναικεία φωνή:

«Εδώ πολυτεχνείο, εδώ πολυτεχνείο. Σας μιλάει ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων Ελλήνων. Μπήκαν τα τανκς. Σε γνωρίζω από την όψη!»

Ξημέρωνε 17 Νοέμβρη του 1973.

 

Και ένα τραγούδι αφιερωμένο εξαιρετικά σε όλους σας!

Σχολιάστε ελεύθερα!